ἄνθεμον

ἄνθεμον
See also: ἄνθος
Page in Frisk: 1,108

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άνθεμον — ἄνθεμον, το (Α) 1. άνθος, λουλούδι 2. ονομασία φυτού, πιθ. η Ἀνθεμίς 3. άνθη που τα χρησιμοποιούσαν στη φαρμακευτική. [ΕΤΥΜΟΛ. Παράλληλος τ. με τον τ. «άν θος». Χρησιμοποιείται συχνά για να προσδιορίσει στολίδια κοσμημάτων, αγγείων κλπ., καθώς… …   Dictionary of Greek

  • ἄνθεμον — flowers neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνθέμοις — ἄνθεμον flowers neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνθέμοισιν — ἄνθεμον flowers neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνθέμου — ἄνθεμον flowers neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνθέμων — ἄνθεμον flowers neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κισσάνθεμο — το (Α κισσάνθεμον) είδος κυκλάμινου αρχ. κισσάμπελος. [ΕΤΥΜΟΛ. < κισσός + άνθεμον (< ἄνθεμον «άνθος»), πρβλ. κριν άνθεμον, μηλ άνθεμον] …   Dictionary of Greek

  • χαλκάνθεμον — τὸ, Α το χρυσάνθεμο. [ΕΤΥΜΟΛ. < χαλκ(ο) * + ἄνθεμον «λουλούδι» (πρβλ. χρυσ άνθεμον)] …   Dictionary of Greek

  • Chrysanthemum — sp Scientific classification Kingdom: Plantae …   Wikipedia

  • Mesembryanthemum — crystallinum Scientific classification Kingdom …   Wikipedia

  • Chrysanthemum — «Crisantemo» redirige aquí. Para otras acepciones, véase Crisantemo (desambiguación).   Crisantemo …   Wikipedia Español

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.